Chaviaras Kyriacos - Χαβιαρας Κυριακος

Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή, σε γνωρίζω από την όψη που με βία μετράει τη γη.

Κυριακή 29 Μαΐου 2016

Η Μάχη της Κρήτης  


Ένα κείμενο του Νίκου Καζαντζάκη

http://www.onalert.gr/files/Image/NewOnAlert/ISTORIKA/maxikritis17_bestfotopalevoun.jpg

Σοβαρό είναι το πρόσωπο της Κρήτης, πολυβασανισμένο. Μαδάρες γυμνές, τραχειές, αγέλαστες. Κοιτάζεις από το αεροπλάνο την Κρήτη ν’ απλώνεται στη θάλασσα και νιώθεις πώς αληθινά το νησί τούτο είναι γιοφύρι ανάμεσα στις τρεις τούτες μεγάλες Μοίρες. Για πρώτη φορά στην Ευρώπη πήδηξε κι’ έχτισε φωλιά στην Κρήτη το πεινασμένο αρπαχτικό πουλί πού το λέμε Πνεύμα. Άπλωσε τις φτερούγες του στο Κρητικό χώμα και γέννησε το μυστηριώδη, βουβό ακόμα, όλο ζωή, χάρη, κίνηση και λαμπρότητα, Κρητικό πολιτισμό.
 
Η Κρήτη έχει αληθινά κάτι το πανάρχαιο, το άγιο, το πικραμένο και περήφανο, που έχουν οι χαροκαμένες μάνες που γέννησαν παλικάρια. Έχει τόσο πολύ πολεμήσει κι υποφέρει η γης ετούτη, έχει τόσο πολύ συνηθίσει το θάνατο, που τον ξεφοβήθηκε πια και μπορεί να γελάει και να παίζει μαζί του. Σαράντα μέρες γύριζα το περασμένο καλοκαίρι την Κρήτη, για να δω τα χωριά που γκρέμισαν κι έκαψαν οι βάρβαροι και τους άντρες και τις γυναίκες που τους έντυσαν τη μαύρη αρματωσιά του πένθους.
Περίμενα ν’ ακούσω κλάματα και να δω χέρια ν’ απλώνονται να ζητούν την βοήθεια. Και βρήκα ανυπόταχτες, απαράδοτες ψυχές και κορμιά μισόγυμνα πεινασμένα Κι’ αλύγιστα. Τι δύναμη και τι αντοχή είναι τούτη, συλλογιζόμουν, και πού βρίσκουν τα κορμιά τούτα τόση ψυχή; Και ποια ακριτική πνοή τους δίνει τόση αψηφισιά να παλεύουν με το θάνατο; Ο Κρητικοί αλήθεια αγαπούν παράφορα τη ζωή και συνάμα ποτέ δεν φοβούνται το θάνατο. Μέσα από τα χαλασμένα χωριά που πέρασα, πάνω από τα νεοανοιγμένα μνήματα που δρασκέλισα, πίσω από τις κουβέντες που άκουσα, ακατάπαυτα διαπίστωσα τούτη τη μεγάλη δισυπόστατη παλικαριά: παράφορη αγάπη για τη ζωή και άφοβο αντίκρισμα του θανάτου. Τούτος είναι και ο πρώτος πολύτιμος καρπός που γεύεται όποιος, τώρα που καπνίζουν ακόμα τα ερείπια κι είναι ακόμα νωπά τα αίματα στις πέτρες, περιοδεύει τα χωριά της Κρήτης. Αδάμαστες ψυχές οι Κρητικοί, χιλιάδες τώρα χρόνια, παλεύουν στα κακοτράχαλα Κρητικά βουνά την πείνα, την γύμνια, τους βαρβάρους. Κι’ ούτε η μοίρα ούτε οι άνθρωποι μπόρεσαν ποτέ να τους κάμουν να σκύψουν το κεφάλι. Οι Κρητικοί, όπως όλες οι γενναίες ψυχές, στην άκρα απελπισία βρίσκουν τη λύτρωση. Πολλοί Κρητικοί, μπροστά από τα τουφέκια των Γερμανών, τη στιγμή που θα τουφεκίζονταν, έβρισκαν τη γαλήνη, κι όχι μονάχα τη γαλήνη παρά και τη χαρά της αδάμαστης ψυχής που αναγαλλιάζει γιατί της δίνεται η ευκαιρία να δείξει την αρετή της. Πολλοί, την ύστερή τους στιγμή, μπροστά από το εχτελεστικό απόσπασμα, τραγουδούσαν μαντινάδες Κρητικές ή τον Εθνικό Ύμνο. Στα Χανιά, μέσα από το γκρεμισμένο σπίτι του, ένας γεροντάκος πρόβαλε και μας είπε: – Ένα δάσκαλο, τον λέγαν Παπαδάκη, πήγαιναν να τον εκτελέσουν. Ένας μαθητής του τού λέει: γιατί να σκοτωθείς; Καλλίτερο είναι να φύγεις. Κι ο διδάσκαλος του αποκρίθηκε: Όχι! εγώ αυτό που τόσα χρόνια σας δίδασκα, τώρα θα το εφαρμόσω: θα πεθάνω για την πατρίδα. Στην κρίσιμη αυτή στιγμή κι οι πιο σακάτες γίνουνταν ήρωες. Στις φοβερές φυλακές της Αγιάς, κοντά στα Χανιά, οι Γερμανοί διάλεξαν 42 παλικάρια (διάλεγαν πάντα τους καλύτερους) και πήγαιναν να τους σκοτώσουν. Στο δρόμο ένας σακάτης, καμπούρης, τους συνάντησε. Στάθηκε και φώναξε στους Γερμανούς: «Σκοτώστε με εμένα να γλυτώσει ένα παλικάρι». – «Όχι, φύγε!» του είπαν εκείνοι. «Τότε σκοτώστε με και μένα, να γίνουν 43», φώναξε ό καμπούρης. Ντρέπουμαι να ζω εγώ ο σακάτης και να σκοτωθούν τούτοι οι λεβέντες». Ανήμπορες γριές, γέροι σαράβαλα, σήκωναν την φωνή τους και μιλούσαν ατρόμητα στους Γερμανούς. Σ’ ένα ωραιότατο χωριό, στα Μεσκλά, μια γριά έκρυβε έξη μήνες, με κίνδυνο της ζωής της, δύο Εγγλέζους στο σπίτι της. Μια μέρα οι Γερμανοί τους έπιασαν. Η γριά τρέχει στον άγριο Γερμανό φρούραρχο, στάθηκε μπροστά του και του φώναξε: – Να ξέρεις, Κομαντάντε, πως όλες οι μανάδες στον κόσμο πονούνε κι αυτός ο πόνος των μανάδων θα φάει την Γερμανία. Η Γερμανία θα χαθεί, βάνω την κεφαλή μου! Βάνεις στοίχημα Κομαντάντε; Εγώ βάνω την κεφαλή μου! Στεκόταν απάνω σε μια πέτρα, απόξω από το καμένο σπίτι της η γριά τούτη και μας μιλούσε, με ορθό το κεφάλι, κουρελιασμένη σαν φάντασμα. Τι δύναμη λοιπόν έχει η ψυχή του ανθρώπου και πώς μπορεί να νικήσει το θάνατο, συλλογιζόμουν. Άοπλοι, ανοργάνωτοι, χωρίς βοήθεια από κανένα, οι Κρητικοί από τα χωριά, από τα βουνά, κατέβαιναν στ’ ακρογιάλια, να υπερασπιστούν το νησί τους από τους άγριους, πάνοπλους αλεξιπτωτιστές που κατέβαιναν. Στις 19 του Μάη 1941 σκοτείνιασε ο ουρανός της Κρήτης από τα γερμανικά αεροπλάνα, άρχισαν οι βομβαρδισμοί, οι πρώτοι αλεξιπτωτιστές έπεφταν στο αεροδρόμιο του Μάλεμε, κοντά στα Χανιά, ύστερα στο Ρέθυμνο, στο Ηράκλειο, παντού. Ένας γέρος, από ένα χωριουδάκι κοντά στο Μάλεμε, μας διηγάται: – Ευτύς ως είδαμε τ’ αεροπλάνα, φωνάζαμε: Απάνω τους, μωρέ παιδιά! Πήραμε τ’ άρματα και χυθήκαμε. – Ποια άρματα; ρώτησα. Είχατε άρματα; – Πώς δεν είχαμε; μού αποκρίθηκε. Άλλοι είχαν παλιές καραμπίνες, άλλοι μαχαίρες κι όλοι είχαν ραβδιά. Την ώρα που έπεφτε ένας «ουρανίτης» ήταν ακόμα ζαλισμένος και μεις χιμούσαμε απάνω του, τον σκοτώναμε με τα ραβδιά, με τις μαχαίρες, τον ξαρματώναμε και σιγά - σιγά γέμιζε και μας η φούχτα μας πολυβόλο και περίστροφο. Οι Γερμανοί είχαν ορίσει να πάρουν την Κρήτη σε 24 ώρες. Η παραμικρή αργοπορία θα τους ήταν θανάσιμη. Ήξεραν πως οι Κρητικοί ήταν άοπλοι, πως όλοι οι νέοι ήταν επιστρατευμένοι και βρίσκονταν ακόμη στην Ελλάδα και πως οι Άγγλοι μήτε στρατό αρκετό είχαν μήτε αεροπλάνα. Ήταν λοιπόν σίγουροι πως σε 24 ώρες θα παίρναν την Κρήτη. Έκαμαν 8 μέρες. Έξη χιλιάδες αλεξιπτωτιστές σκοτώθηκαν από τα ραβδιά και τις μαχαίρες. Ένας Κρητικός χωριάτης, όταν μ’ είδε να ξαφνιάζομαι για την παλικαριά και την αυτοθυσία αυτών των Κρητικών, μου είπε τα καταπληχτικά τούτα λόγια: – Γιατί παραξενεύεσαι; Εμείς ξέραμε πως γράφαμε Ιστορία! Δεν ξέρω αν υπάρχει στον κόσμο μια άλλη χώρα, όπου οι χωρικοί να βλέπουν τον πόνο, τη θυσία, την ατομική τους καταστροφή από τόσο ύψος. Ήξερε ο Κρητικός αυτός χωριάτης πως υπάρχει στον κόσμο τούτο ένα αγαθό ανώτερο από τη ζωή και πως για το αγαθό αυτό πάλεψε και θυσιάστηκε όλη η ράτσα μας και πρέπει τώρα κι αυτός, ο Κρητικός χωριάτης, να παλέψει και να θυσιαστεί, και το αγαθό αυτό λέγεται Ιστορία, δηλαδή υστεροφημία, δηλαδή αθανασία. 
Πιστεύουν στο αγαθό αυτό οι Κρητικοί, όπως πιστεύουν στην ελευθερία. Πολεμούν, ξέροντας πως αν δεν μείνει τ’ όνομά τους, θα μείνει και θα ζήσει το έργο τους. Και τώρα πού κανείς δε φαίνεται να θυμάται πως η Κρήτη έσωσε τον συμμαχικόν αγώνα στην Εγγύς Ανατολή και πως επέδρασε οριστικά στην πορεία του παγκοσμίου πολέμου, και τώρα πού οι ξένοι δεν φαίνονται να θυμούνται τη θυσία και την εποποιΐα της Κρήτης, οι Κρητικοί δεν έχασαν το θάρρος τους και την πίστη τους. Άστεγοι, πεινασμένοι, αδικημένοι, στέκουνται μέσα στα χαλάσματα των σπιτιών τους και δε μιλούν. Σφίγγουν, βλέπετε, το χρέος τους και τα καλά παλικάρια δεν προσμένουν αμοιβή. Η Ιστορία θα τους κρίνει κάποτε. Και θα πει τότε για την περηφάνια τους και την παλικαριά τους — και θα τους προβάλει τότε σαν παράδειγμα ηρωισμού και αυταπάρνησης σ’ όλους τους μεγάλους και τους ζωντανούς αυριανούς λαούς. – Δεν έχουμε ένα σκαμνί να σε βάλουμε να καθίσεις, δεν έχουμε ένα ποτήρι να σου δώσουμε νερό, δεν έχουμε κομμάτι ψωμί, αν πεινάς, δεν έχουμε τίποτα, τίποτα! Όλα μας τα κάψαν και μας τα πήραν οι Γερμανοί. Έτσι μου λέγαν κάτω από ένα πλάτανο στη μέση του γκρεμισμένου χωριού, οι μαυροφόρες πού ξεπρόβαλαν από τα χαλάσματα. Δεν έχουμε μήτε και άντρες να κουβεντιάσουν μαζί σου! Να, μόνο τούτα τ’ αρσενικά απομείναν, είπε μια χλωμή γυναικούλα δείχνοντάς μου δυο τρία μωρά που βύζαιναν στον κόρφο τους οι μανάδες. – Φτάνουν αυτά για μαγιά! φώναξε μια γριά. Τα ίδια δεν πάθαμε και στην επανάσταση του 66; Εγώ ήμουν μικρή, μα θυμούμαι. Δυο τρία μωρά είχαν πάλι απομείνει κι’ από αυτά αναπιάστηκε πάλι όλο το χωριό. Μη φοβάστε, μωρέ γυναίκες, είπε, γυρίζοντας στις μαυροφόρες που σώπαιναν, μη φοβάστε, μαγιά πάντα απομένει!Τα περισσότερα χωριά στην Κρήτη χάθηκαν, οι περισσότεροι άντρες σκοτώθηκαν γιατί φιλοξενούσαν Άγγλους. Σ’ ένα χωριό, τα Μεσκλά, είδα μια μάνα που της είχαν σκοτώσει τους δυο γιούς της, γιατί είχε σπίτι της κι έκρυβε 8 μήνες δύο Άγγλους στρατιώτες. Το μάθαν οι Γερμανοί κι ήρθαν, της έκαψαν το σπίτι, της σκότωσαν τους γιούς της, και τώρα στέκουνταν απόξω από τα χαλάσματα λιγνή χαροκαμένη, με μάτια όλο φλόγα, και μου μιλούσε: – Το ίδιο βράδυ που σκότωσαν τους γιούς μου πέρασαν, νύχτα βαθειά, δυο Εγγλέζοι που τους κυνηγούσαν οι σκύλοι οι Γερμανοί. Κάπνιζε ακόμη το σπίτι μου, μα εγώ είχα τρυπώξει σε μία γωνιά και έκλαιγα. Με άκουσαν οι Εγγλέζοι, ζύγωσαν. – Ψωμί! μου φώναζαν, ψωμί! Οι χωριανοί μου είχαν δώσει μια κουλούρα κριθαρόψωμο, μα εγώ δεν είχα όρεξη να φάω, δεν κατέβαινε η μπουκιά από το λαιμό μου. Τους έδωκα το ψωμί. Κρύωναν τούς έδωκα και μια κουβέρτα, που μου είχαν δώσει βγήκα από τη γωνιά τους έβαλα να κοιμηθούν. – Γιατί τάκαμες όλα αυτά; ρώτησα. Οι Εγγλέζοι δε φταίγαν που σκότωσαν τους γιούς σου; – Το καμα, αποκρίθηκε, γιατί είχαν κι αυτοί μανάδες, και κατέχω ίντα θα πει πόνος τής μάνας. Ανθρωπιά μεγάλη είναι τούτη η μεγάλη ψυχή νικάει τον πόνο το ατομικό και τον πιο φοβερό: άκουγα τη γριά και τα μάτια μου βούρκωναν. Οι δυσκολίες και οι τραχύτητες της ζωής δε λυγίζουν την Κρητική ψυχή. Αντίθετα την πυρώνουν και την δυναμώνουν. Ζόρικη, αβόλευτη, τραχιά είναι η γη της Κρήτης. Κι’ όταν τα βουνά της κι οι θάλασσες ή οι ψυχές που πλάστηκαν από τέτοιους βράχους και τέτοιαν αρμύρα δεν σου επιτρέπουν ούτε στιγμή να βολευτείς, να γλυκαθείς, να πεις: Φτάνει! τότε η Κρήτη έχει κάτι το απάνθρωπο δεν ξέρω πια αν αγαπάει ή αν μισεί τα παιδιά της ένα μονάχα ξέρω: ότι τα μαστιγώνει ως το αίμα. Υπάρχει και κάτι άλλο όμως στην Κρήτη. Υπάρχει κάποια φλόγα — ας την πούμε ψυχή — κάτι πιο πάνω απ’ τη ζωή κι απ’ το θάνατο, πού είναι δύσκολο να το ορίσεις. Υπάρχει αυτή η περηφάνια, το πείσμα, κάτι άλλο, ανέκφραστο κι’ αστάθμητο, που σε κάνει να χαίρεσαι που είσαι άνθρωπος. Να χαίρεσαι, μα και συνάμα σου δίνει μεγάλη ευθύνη. Γιατί ενώ νιώθει πως έχεις χρέος να κάμεις ό,τι μπορείς, για να σώσεις αυτό το λαό, εκείνος βλέπει την προσπάθειά σου με ειρωνεία και περιφρόνηση. Δεν έχει την ανάγκη κανενός για να σωθεί. Σώζει, δεν σώζεται. — Ένα μονάχα σου μένει τότε: να δοκιμάσεις να γίνεις άξιος αυτού του λαού, να κερδίσεις τη δύναμη της δικής του ψυχής, που ποτέ δεν καταδέχτηκε ν’ απατήσει τον εαυτό της ή τούς άλλους και που πάντα τολμάει ν’ αντικρίζει, πρόσωπο με πρόσωπο, τη θεά εκείνη που δεν κάνει χατίρια και δεν κάθεται στα πόδια κανενός: την αγέλαστη κι’ αδάκρυτη θεά, την ευθύνη.

Ετικέτες

Το έργο και η δράση του 

Γεώργιου Πλήθωνα Γεμιστού

Εισαγωγή : Το Δεσποτάτο του Μυστρά:
Η πτώση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους το 1204 είχε ως
αποτέλεσμα να δημιουργηθούν τα δεσποτάτα, κάποια μικρά κρατίδια. Ένα απο
τα σημαντικότερα αποτέλεσε το δεσποτάτο του Μυστρά το οποίο βρισκόταν
στην Πελοπόννησο.
Το ανώτερο πολιτικό αξίωμα στο Δεσποτάτο ήταν αυτό του Δεσπότη το
οποίο αναλάμβανε εθιμικά ο δευτερότοκος γιος του αυτοκράτορα του
Βυζαντίου, γεγονός που αποδεικνύει τη μεγάλη σημασία την οποία είχε το
δεσποτάτο για την αυτοκρατορία. Πρώτος δεσπότης του Μυστρά ανέλαβε ο
Μανουήλ Καντακουζηνός(1348-1380), γιός του αυτοκράτορα Ιωάννη
ΣΤ΄Καντακουζηνού.To 1460 o Δημήτριος Παλαιολόγος παρέδωσε, χωρίς
μάχη, το οχυρωμένο δεσποτάτο στους Τούρκους.

Ο Μυστράς αναπτύχθηκε πολύ γρήγορα και κατά τον 14ο-15ο αιώνα
βρισκόταν σε μεγάλη ακμή. Αποτέλεσε εμπορικό και πνευματικό κέντρο της
εποχής του και σ΄αυτό το βοήθησαν σημαντικά οι σχέσεις του με την Ιταλία.
Μάλιστα, σύμφωνα με τον καθηγητή Νίκο Ζία, στο Μυστρά συντελέστηκε η
<<τελευταία λάμψη>> της βυζαντινής τέχνης, ενώ είναι πολύ σημαντικός ο
ρόλος του δεσποτάτου στη μετάβαση από το Βυζάντιο στο νέο Ελληνισμό.
Έτσι, στα τελευταία χρόνια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας μια πνευματική
άνθηση συμβαίνει στο Μυστρά στην οποία συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό η
πολυσχιδής προσωπικότητα του πλατωνικού φιλοσόφου Γεώργιου
Γεμιστού(1360-1452), ο οποίος άλλαξε το όνομα του σε Πλήθων και έζησε
επί είκοσι χρόνια στο δεσποτάτο όπου ίδρυσε Πλατωνική Ακαδημία με
πλήθος μαθητών.
Ο Γεμιστός λάμπρυνε με τη δράση του την εποχή του, έγινε πόλος έλξης
πολλών σπουδαίων λογίων στο Μυστρά προκειμένου να παρακολουθήσουν τα
μαθήματά του και ως γνήσιος Έλληνας πίστευε ότι από αυτή την άκρη της
Πελοποννήσου, αυτή τη γνήσια ελληνική γη, θα ξεπηδήσουν τα μεγαλύτερα
και τα σπουδαιότερα έργα που θα πετύχει ο νέος Ελληνισμός της
Αναγέννησης.
Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων
Γεννήθηκε στηνΚωνσταντινούπολη και αργότερα, όταν οι ιδέες του άρχισαν να
γίνονται στόχος κάποιων σκληροπυρηνικών του Οικουμενικού Πατριαρχείου
(που εξόντωσαν τον μαθητή του Ιουβενάλιο), εγκαταστάθηκε με την ανοχή
του φίλου του, αυτοκράτορος Μανουήλτου Β ΄Παλαιολόγου στο Δεσποτάτο
του Μυστρά.
Σχετικά με τα νεανικά του χρόνια δεν υπάρχουν πολλά ακριβή στοιχεία. Τα
μεγαλύτερο μέρος του τμήματος αυτού της ζωής του πέρασε στην
Κωνσταντινούπολη, ενώ για κάποιο διάστημα διέμεινε στην
ΟθωμανικήΑυτοκρατορία και μάλιστα στην Αδριανούπολη ή την Προύσα,
όπου μαθήτευσε κοντά στον κατά τα άλλα άγνωστο Εβραίο οπαδό του
Αβερρόη, και του Αβικένα, Ελισσαίο. Είναι πολύ πιθανό ότι πίσω από το
όνομα Ελισσαίος κρύβεται το όνομα κάποιου Πέρση δερβίση ενδεχομένως
μευλεβίτη ο οποίος του έκανε γνωστά, εκτός από τους περσοάραβες
σχολιαστές του Αριστοτέλη, τα αιρετικά δόγματα του Σοχραβαρδή και του
Ρουμή καθώς και άλλων Περσών. Το 1400 εγκαταστάθηκε στον Μυστρά, την
πρωτεύουσα του Δεσποτάτου του Μορέως, όπου ίδρυσε φιλοσοφική σχολή.
Μεταξύ των μαθητών του συγκαταλέγονται οι Βησσαρίων,
ΓεννάδιοςΣχολάριος, ΙωάννηςΑργυρόπουλος, Δημήτριος Χαλκοκονδύλης,
Γεώργιος Ερμητιανός και πολλοί άλλοι. Οι δεσπότες του Δεσποτάτου
ΘεόδωροςΑ΄ (1383-1407), Θεόδωρος ο Β΄ (1407-1443) και Κωνσταντίνος
(1428/1443-1449, ο κατοπινός αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ΙΑ’) συχνά
ζητούσαν την γνώμη του για διάφορα θέματα. Επιπλέον ο Πλήθων ήταν
σύμβουλος και των τελευταίων αυτοκρατόρων του Βυζαντίου. Είχε επίσης την
ευθύνη κάποιου ανώτερου διοικητικού αξιώματος (magistratura) χωρίς όμως
να γνωρίζουμε το ακριβές του περιεχόμενο.
Το 1437-39 συνόδευσε τον αυτοκράτορα Ιωάννη Η΄ στη
Σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας. Επίσης μέλος της αποστολής ήταν και ο
μαθητής του Πλήθωνα, ο ανθρωπιστής λόγιος και κατοπινός καρδινάλιος
Βησσαρίων. Στη διάρκεια της παραμονής του στη Φλωρεντία η
προσωπικότητα, η μόρφωση και η ευγλωττία του Πλήθωνα εντυπωσίασε
ιδιαιτέρως τους Ιταλούς ανθρωπιστές και μεταξύ αυτών τον ηγεμόνα της
Φλωρεντίας Κόζιμο των Μεδίκων.
Ο Πλήθων πέθανε υπέργηρος από φυσικά αίτια στην Λακεδαίμονα το 1452
και λόγω της καθόδου των Οθωμανών που ακολούθησε μετά από λίγα χρόνια,
οι περισσότεροι μαθητές του, ανάμεσα στους οποίους και ο μετέπειτα
καρδινάλιος Βησσαρίων, έφυγαν στην Ιταλία όπου συνέβαλαν σημαντικά στην 
λεγόμενη Αναγέννηση. Το 1466 Ιταλοί θαυμαστές του με επικεφαλής τον
ΣιγισμούνδοΜαλατέστα εισέβαλαν στην Λακεδαίμονα, πήραν τα οστά του και
τα μετέφεραν στο Ναό των Μαλατέστα (Tempio Malatestiano) στο Ρίμινι
όπου βρίσκονται μέχρι σήμερα, «για να βρίσκεται ο μεγάλος διδάσκαλος
μεταξύ ελευθέρων ανθρώπων».
Προς τιμήν του, ο αείμνηστος Ακαδημαϊκός Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος
έδωσε στην Ελεύθερη Φιλοσοφική Σχολή του, που είχε ιδρύσει στη
Μαγούλα Λακωνίας, το όνομα "Ο Πλήθων".
Τέλος, αξίζει να σημειωθεί πως λόγω της επιρροής του από τον Πλάτωνα, ο
Πλήθων θεωρούσε ως υπεύθυνους για την παρακμή της Βυζαντινής
αυτοκρατορίας τον πληθωρικό μοναχισμό και την κακή εκκλησιαστική
διοίκηση. Γι΄αυτό επιζητούσε την επιστροφή στις ρίζες και τις αρχαίες
ελληνικές εθνικές αντιλήψεις. Γεμάτος ενθουσιασμό για τον αρχαιοελληνικό
πολιτισμό, ήθελε να δημιουργήσει μια νέα παγκόσμια θρησκεία βασισμένη στις
αρχές του Πλάτωνα.
Ενδεικτικό της εκτίμησης την οποίαν έτρεφε ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στον
Γεώργιο Πλήθωνα Γεμιστό ήταν η παραχώρηση εκτάσεων Γης η οποία επικυρώθηκε με
χρυσόβουλλο.

Συγγραφικό έργο
Το συγγραφικό έργο του Πλήθωνα είναι πλούσιο και αποτυπώνει όλες τις
φιλοσοφικές και θρησκευτικές πεποιθήσεις του. Ο δάσκαλός του ο Ελισσσαίος
τον δίδαξε τις ιδέες και τις δοξασίες του Ζωροαστρισμού και του εμφύσησε
την αγάπη για τα φιλοσοφικά και θεολογικά θέματα αλλά και για τις μορφές
πολυθεισμού και πανθεισμού. Υπάρχει η αντίληψη πως ο Πλήθων στο έργο
του φιλοσοφεί και θεολογεί.
Τα έργα του είναι είναι φιλοσοφικά,ιστορικά, αστρονομικά, γεωγραφικά ,
γραμματικά, ρητορικά και μουσικά. Τα φιλοσοφικά έργα είναι: Προς τας υπέρ
Αριστοτέλους Γεωργίου του Σχολαρίου Αντιλήψεις, Περί Αρετών, Περί
ειμαρμένης, Ζωροαστρείας τε πλατωνικών δογμάτων συγκεφαλαίωσις,
Διασάφησις των εν τοις ζωροάστρου λόγοις ασαφέστερων ειρημένων,
Επιτομή εξ Αππιανού, Στράβωνος Αριστοτέλους, Ξενοφώντος, Διονυσίου
Αλικαρνασσέως, Περί Νόμων τε και Πολιτείας Αρίστης, Ερμηνεία εις τας
φωνάς Πορφυρίου και Εις τας Δέκα κατηγορίας Αριστοτέλους, Προλεγόμενα
ρητορικής τέχνης, σχόλια εις τα αναλυτικά του Αριστοτέλους, Προοίμιο
ρητορικών και Αριστοτελικών ζητημάτων κ.α.
 Τα πολιτικοκοινωνικά έργα του είναι : Προς τον Βασιλέα Εμμανουήλ περί
των εν Πελοπόννησω πραγμάτων, Συμβουλευτικός προς τον Δεσπότην
Θεόδωρον περί της Πελοποννήσου, Διαγραφή απάσης της Πελοποννήσου
παραλίου τε και Μεσογείου, Προθεωρεία εις λόγον του Βασιλέως Εμμανουήλ
του Παλαιολόγου και Προσφώνησις εις δεσπότην Δημήτριον Παλαιολόγον..
Toθεμελιώδες έργο του Γεμιστού, που περιέχει πλήρως το στοχασμό του,
είναι η Νόμων Συγγραφή.Στη «Νόμων Συγγραφή», την οποία ο Πλήθων
έγραψε, όπως τα περισσότερα έργα του, σε αρκετά προχωρημένη ηλικία,
συνοψίζεται η φιλοσοφική, θεολογική και κοινωνική σκέψη του. Δυστυχώς
σώζονται σήμερα μόνο 16 από τα 101 κεφάλαια της Συγγραφής, διότι ήταν
γραμμένα και ξεχωριστά από το χειρόγραφο του συνολικού έργου, το οποίο
μετά το θάνατο του Πλήθωνος στο Μυστρά στις 26 Ιουνίου 1452 έφτασε στα
χέρια της Θεοδώρας Ασενίνας, της γυναίκας του Δημητρίου Παλαιολόγου. Η
Θεοδώρα μάλλον το διάβασε, κατάλαβε (και ήξερε πιθανότατα και
προηγουμένως) ότι οι σκέψεις του Πλήθωνος δεν συνέπιπταν με τα δόγματα
της Εκκλησίας και γι' αυτό έστειλε αυτό το μοναδικό χειρόγραφο του
συνολικού έργου στον Γεννάδιο Σχολάριο, τον μετέπειτα πρώτο οικουμενικό 
πατριάρχη της Τουρκοκρατίας, στην Κωνσταντινούπολη. Ο Σχολάριος αρκετά
χρόνια κιόλας είχε την υποψία ότι ο Πλήθων με τη φιλοσοφική του σκέψη
είχε απομακρυνθεί από τα δόγματα του χριστιανισμού, και τώρα κρατούσε την
επιβεβαίωση αυτής της υποψίας στα χέρια του. Για να προφυλάξει τους
χριστιανούς που ποιμνίου του από τις επικίνδυνες σκέψεις που περιείχε,
προέβη στην από τη δική μας οπτική γωνιά βάναυση πράξη και έκαψε το
μοναδικό στον κόσμο χειρόγραφο της Νόμων Συγγραφής.
 Ένα άλλο σημαντικό έργο του είναι το Περί ων Αριστοτέλης προς Πλάτωνα
διαφέρεται, το οποίο έγραψε το 1439 στην Φλωρεντία.Το έργο αυτό έδωσε
πραγματική ώθηση στις πλατωνικές σπουδές στην Δύση, εν μέσω μιας
αριστοτελικής κυριαρχίας στα μέτρα του χριστιανικού δόγματος. Αποτέλεσε
όμως το έναυσμα έντονων αντιπαραθέσεων μεταξύ των οπαδών των δυο
αρχαίων φιλοσόφων. Ο ίδιος ο Πλήθων υποστήριζε την πρωτοκαθεδρία του
Πλάτωνος ως προς τον Αριστοτέλη. Βέβαιως αναγνώριζε ως σπουδαία τα
Φυσικά του Αριστοτέλη, απέρριπτε όμως την μεταφυσική, την ηθική και την
ψυχολογία του.
 Ο Πλήθων είχε φανατικούς φίλους αλλά και φανατικούς εχθρούς. Ένας
από αυτούς ήταν ο Γεώργιος Τραπεζούντιος.(1395-1486), ο εκ Κρήτης
Αποστολικός Γραμματεύς,ο οποίος είχε διατελέσει κατά τον Μάρτιο του 1442
καθηγητής της ρητορικής στην Φλωρεντία.Ήταν φανατικός οπαδός του
Αριστοτέλη και είχε στραφεί εναντίον της πλατωνικής φιλοσοφίας αλλά και
του Πλήθωνα που ήταν εκφραστής της καθώς τον αποκαλούσε αντίχριστο.
 Έγραψε επίσης πραγματίες για τον Ζωροαστρισμό στα πλαίσια της μελέτης
του για τη φιλοσοφία αλλά και το θρησκευτικό συγκριτισμό των ελληνιστικών
και των ελληνορωμαικών χρόνων. Αυτό συνέβη καθώς το φιλοσοφικό και
θρησκευτικό έργο του είχε ρίζες εκτός από τον Πλατωνισμό και στον αρχαίο
παγανισμό. Η φιλοσοφία του αποσκοπούσε στη λύση όχι μόνο του
κοσμολογικού αλλά και του ανθρωπολογικού προβλήματος. Έτσι έγραψε τα
έργα: Ζωροαστρείας τε και Πλατωνικών δογμάτων συγκεφαλαίωσις αλλά και
το Διασάφησις των εν τοις Ζωροάστρου λόγοις ασαφέστερον ειρημένων.
Τέλος, έγραψε υπομνήματα για την πολιτική κατάσταση στο δεσποτάτο του
Μυστρά, αστρολογία και γεωγραφία. Για την τελευταία, μελέτησε αναλυτικά το
έργο του αρχαίου γεωγράφου Στράβωνα, τα έργα του οποίου διέδωσε στη
Δύση. Ο Γεμιστός πίστευε στη σφαιρικότητα της γης, μια άποψη για την οποία 
δέχτηκε κριτικές λόγω του πρωτοποριακού χαρακτήρα της.Σχετικά με την
άποψη αυτή συνέταξε μια πραγματεία με τίτλο Περί σχήματος της Γης. Στον
Πλήθωνα οφείλεται και η πρόταση για την εισαγωγή ενός σεληνοηλιακού
ημερολογίου το οποίο θα αντικαθιστούσε το παλιό Βυζαντινό ημερολόγιο.

εξώφυλλο του σπουδαιότερου έργου του Γεμιστού
Νόμων Συγγραφή

Κριτική στο χριστιανισμό
Ιδιαίτερα δεικτική ήταν η στάση του Πλήθωνα προς τη χριστιανική
θρησκεία. Η αποστασιοποίηση αυτή ίσως να οφείλεται στην επιρροή του
δασκάλου Ελισσαίου, ο οποίος ήταν οπαδος του Ζωροαστρισμού και του
πολυθεϊσμού. Άλλωστε, το κλίμα ήταν ευνοϊκό καθώς ο Πλήθων είχε βρεί
εύφορο έδαφος στο Μυστρά όπου υπήρχε ένα κλίμα ανεξιθρησκείας.
 Ο Γεμιστός λοιπόν, αποστασιοποιημένος από την άρχουσα εκκλησιαστική
τάξη της Κωνσταντινούπολης, τόλμησε να αμφισβητήσει στο σύνολό του, το
χριστιανικό δόγμα. Η άποψη του Πλήθωνα για το χριστιανισμό και τον
ισλαμισμό ήταν πως αυτέςοι δύο θρησκείες είχαν ολοκληρώσει τον ιστορικό
τους κύκλο και στα συντρίμμια τους έπρεπε να δημιουργηθεί μια νέα θρησκεία
όμοια με την παλαιά αλλά με σύγχρονα στοιχεία.
Ωστόσο, οι απόψεις του Γεμιστού θεωρήθηκαν εξτρεμιστικές για την εποχή
και αποτέλεσμα ήταν το έργο του ‘’Νόμων Συγγραφή’’ να απαγορευτεί και να
ριχτεί στην πυρά από το χέρια του ίδιου του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως
Γενναδίου (Γεωργίου Σχολαρίου).Η Νόμων Συγγραφή αποτελούσε το έργο
ζωής του Πλήθωνος αλλά ρίχτηκε στην πυρά επειδή ο Γεννάδιος πίστευε οτι
η διάδοση του έργου μεταξύ των Ελλήνων θα κλόνιζε την πίστη του υπόδολου
κράτους προς τον Χριστιανισμό.
 Η πραγαμτική αιτία της πράξης αυτής του Πατριάρχη ήταν ο φόβος για την
διδασκαλία του Γεμιστού, η οποία προσδοκούσε έναν νέο Ελληνισμό όπου ο
Χριστιανισμός αποτελούσε παρελθόν και έπρεπε να εξαλειφθεί προκειμένου ο
Ελληνισμός να ανθίσει πάνω στις δικές του βάσεις και να γνωρίσει μια
πραγματική αναγέννηση.
 Τελικά,η Νόμων Συγγραφήεκδόθηκε με συμπληρώσεις και από άλλα
χειρόγραφα σε γαλλική μετάφραση στο Παρίσι.Αυτό έγινε χάρη στον Δημήτριο
Ράλλη ο οποίος διέσωσε πολλά αποσπάσματα του έργου.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΜΙΣΤΟΣ ΚΑΙ ΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑ
Ένας από του πολλούς τομείς ενασχόλησης του Γεωργίου Γεμιστού, πέραν
από την φιλοσοφία,την γεωμετρία,την γεωγραφία και τις μαθηματικές
μελέτες,ήταν η αστρονομία.Πίστευε στην σφαιρικότητα της γής,η αποψη αυτή
αντανακλάται σε δύο αστρονομικά έργα του:το ΜΗΝΩΝ ΤΕ ΚΑΙ ΕΤΩΝ
ΤΑΞΙΣ ΚΑΙ ΗΜΕΡΩΝ ΑΠΑΡΙΘΜΗΣΙΣ η ΜΕΘΟΔΟΣ ΕΥΡΕΣΕΩΣ
ΗΛΙΟΥ ΚΑΙ ΣΕΛΗΝΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΣΤΕΡΩΝ ΕΠΟΧΗΣ ΑΠΟ
ΚΑΝΟΝΩΝ,ΟΥΣ ΑΥΤΟΣ ΣΥΝΕΣΤΗΣΑΤΟ.
Ο Πλήθων λόγω της αποψής του για επιστροφή στην αρχαιοελληνική
θρησκεία συνέταξε το αντοίστηχο σεληνοηλιακό ημερολόγιο,με βάση το
αρχαίο αττικό με το οποίο υπήρχαν πολλές ομοιότητες.Η μόνη διαφορά τους
είναι οτι το νέο ημερολόγιο τοποθετεί ως αρχή του ημερολογιακού έτους το
χειμερινό ηλιοστάσιο και όχι το θερινό που ήταν η αρχή του αττικού
έτους.Την πρώτη του μηνός την ονόμασε ‘’Νεομηνίαν’’, την 15η‘’Διχομηνίαν’’
και την τελευταία μέρα του μήνα την ονόμαζε ‘’Ένην και νέαν’’. Ως προς την
διάρκεια διέκρινε τον μήνα σε ‘’Ιστάμενον’’, ‘’Μεσούντα’’, ‘’Φθήνοντα’’ και
‘’Απιόντα’’.
 Οι μήνες είχαν διάρκεια 28 ή 29 ή 30 ημερών.Ο μήνας των 29 ή 30 ημερών
ονομαζόταν απο τον Πλήθωνα ‘’πλήρης’’, ενώ ο μήνας των 28 ημερών
ονομαζόταν ‘’κοίλος’’.Οι ημέρες του μήνα 1η,8η,15η,22α,30η καλούνταν
‘’ιερομηνίαι’’.
 Το σεληνοηλιακό ημερολόγιο έγινε γνωστό στη Δύση όταν ο Πλήθων
επισκέφθηκε την Ιταλία για τις Συνόδους της Φεράρας και της Φλωρεντίας.
 Έχει διατυπωθεί μάλιστα η άποψη πως το σεληνοηλιακό ημερολόγιο του
Πλήθωνα,αν εφαρμοζόταν θα αναιρούσε την ανάγκη μεταρρύθμισης του
Ιουλιανού ημερολογίου.

Σελίδα από αυτόγραφο του Γεωργίου Γεμιστού(Βενετία Μαρκιανή Βιβλιοθήκη)

Ο Πλήθων στη Δύση
 Ο Γεώργιος Πλήθων έπαιξε σημαντικό ρόλο και στο δυτικό πολιτισμό.
Μαζί με το Βησσαρίωνα της Νίκαιας,το Μάρκο τον Ευγενικό και το Γεώργιο
Σχολάριο αποτελούν τους σημαντικότερους Έλληνες λόγιους που έδρασαν
στη Δύση.
 Στη Σύνοδο της Φεράρας, ο Γεμιστός , συνοδεύοντας τον αυτοκράτορα
Ιωάννη Παλαιολόγο, προσπάθησε να γεφυρώσει τις δογματικές διαφορές
ματαξύ της ορθόδοξης και της καθολικής εκκλησίας. Έτσι, συγκρούστηκε για
πρώτη φορά με το Γεώργιο Σχολάριο,όπου αργότερα ήρθε σε οριστική ρήξη
με τον Πλήθωνα εξαιτίας της σκληρής κριτικής του στο χριστιανισμό.
 Ωστόσο, ο Πλήθων θεωρείται από πολλούς ως ο πατέρας της αναγέννησης
καθώς εμφύσησε σε ,μεγάλο βαθμό, στους Ευρωπαίους την αγάπη για τα
αρχαία κείμενα και δίδαξε τα φιλοσοφικά κείμενα των αρχαίων φιλοσόφων.
 Το ενδιαφέρον των Ευρωπαίων άλλωστε, αντανακλάται απ΄την πληθώρα
των χειρογράφων τα οποία βρίσκονται στις μεγάλες αναγεννησιακές
βιβλιοθήκες όπως η Μαρκιανή στη Βενατία αλλά και η Λαυρεντιανή στη
Φλωρεντία. 
Ο τάφος του Πλήθωνα βρίσκεται στην Ιταλία μετά από κλοπή του
λειψάνου του από τους λατίνους.


ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Ο Γεώργιος Πλήθων ή Γεμιστός αποτέλεσε μια απο τις
σημαντικότερες μορφές της ελληνικής Αναγέννησης.Έζησε στο
δεσποτάτο του Μυστρά,την τελευταία ακμάζουσα βυζαντινή
περιοχή.Ανέπτυξε σημαντικό συγγραφικό έργο, με αποκορύφωμα
το έργο του Νόμων Συγγραφή. Ασχολήθηκε με πολλούς τομείς της
επιστήμης όπως την φιλοσοφία,την αστρονομία,την γεωμετρία και
την θεολογία.Άσκησε σκληρή κριτική στον χριστιανισμό με
αποτέλεσμα να χαρακτηριστεί αμφιλεγόμενο πρόσωπο και να
καταστραφούν πολλά έργα του. Εισήγαγε καινοτομίες στην
αστρονομία οι οποίες όμως δεν εφαρμόστηκαν.Τέλος,ο Πλήθων
έγινε σύμβολο στην Δύση και συνέβαλε στην Αναγέννηση.

Δικτυογραφία
http://www.istorikathemata.com/2010/08/blog-post_12.html
http://www.ianos.gr/eshop/biblia/theoritikesepistimes/klasiki-filologia/vizantini-grammateia-ergameletes/nomon-sigrafi-ena-orama-gia-mia-idanikipoliteia/0156119pp/
http://www.biblionet.gr/book/
http://el.wikipedia.org/wiki/
Βιβλιογραφία
v ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ
Οι θετικοί επιστήμονες,ιατροί,χρονολόγοι και αστρονόμοι
ΣΤΡΑΤΟΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ ΜΑΝΟΣ ΔΑΝΕΖΗΣ – (εκδ:
ΔΙΑΥΛΟΣ)
v Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ
STEVEN RUNCIMAN- (εκδ: ΔΟΜΟΣ)

Ερευνητική εργασία: Η φιλοσοφία και οι θετικές επιστήμες στο ύστερο Βυζάντιο
Υπεύθυνοι καθηγήτες: κ. Μπαλτάς, κ.Δρίλλια
Κωνσταντίνος Μπριάνης Βγ΄

ΠΗΓΗ : 1lyk-arsak.att.sch.gr

Ετικέτες


H Προδοσία Της Πόλης 29 Μαϊου 1453. 


Η Αλήθεια που έχει αποκρυφθεί


Μεγάλο ενδιαφέρον έχει η σειρά των γεγονότων της «άλωσης της Κωνσταντινούπολης» το Μάη του 1453.

Ο Γεμιστός (1355-1452) που ήθελε να αλλάξει και την θρησκεία του έθνους έλεγε σε υπόμνημά του στον ίδιο τον αυτοκράτορα Μανουήλ Παλαιολόγο ότι εξουσιάζει Έλληνες:
«Εσμέν γαρ ουν, ων ηγείσθε και βασιλεύετε, Έλληνες το γένος, ως η τε φωνή και η πάτριος παιδεία μαρτυρεί.» Και συνεχίζει: «Η Πελοπόννησος και η προσεχής αυτής γη και αι περικείμεναι νήσοι ήσαν αείποτε η οικειοτάτη χώρα εις τους Έλληνας… Ταύτην γαρ δη φαίνονται την χώραν Έλληνες αεί οικούντες, οι αυτοί εξότου περ άνθρωποι διαμνημονεύουσιν, ουδενών άλλων προενωκηκότων` ουδέ επήλυδες κατασχόντες, άλλους τε εκβαλόντες, και αυτοί υφ’ ετέρων το αυτό έστιν ότε πεπονθότες` αλλ’ Έλληνες τήνδε την χώραν τουναντίον αυτοί γε αεί φαίνονται κατέχοντες, ούτε αυτή εκλιπόντες.»

Η Ενωτική παράταξη
Υπόμνημα Βησσαρίωνα όταν ήταν ήδη καρδινάλιος στη Ρώμη (1443-1446) προς τον δεσπότη του Μυστρά Κωνσταντίνο Παλαιολόγο:
«Απέδωσε στο λαό την ελευθερία του και τα όπλα του, κοίταξε να του αναπτερώσεις το φρόνημα` ενός γενναίου δεν του λείπει μήτε η ευγένεια της ψυχής, μήτε η σωματική δύναμη.  Ότι τον έκανε να ξεπέσει, ότι τον κρατά έτσι αφοπλισμένο και αγύμναστο, είναι η αβάσταχτη φορολογία, η ωμότητα των φοροεισπρακτόρων και «η κρατήσασα του γένους μαλακία και βλακεία…» Μόνο έτσι θα μπορέσεις να ελευθερώσεις την Ευρώπη και να περάσεις στην Ασία να ξαναπάρεις την κληρονομιά των πατέρων σου».

Η Ανθενωτική παράταξη

Ο Σχολάριος (1398-1472) απαρνιόταν την ελληνική ταυτότητα που υποστήριζαν πολλοί την εποχή του: «Έλλην ων την φωνήν, ουκ αν ποτέ φαίην Έλλην είναι, δια το μη φρονείν ως εφρόνουν ποτέ Έλληνες` αλλ’ από της ιδίας μάλιστα θέλω ονομάζεσθαι δόξης και ει τις έοιτο με τι είμι, αποκρίνομαι χριστιανός είναι»
O Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής παραχωρεί τα προνόμια του Πατριαρχείου στον Γεννάδιο Σχολάριο
Ο επίδοξος Θουκυδίδης Κριτόβουλος ο Ίμβριος, και υμνωδός του «μέγιστου αυτοκράτορα και βασιλέα βασιλέων Μεχεμέτη, ευτυχεί, νικητή, τροπαιούχου, θριαμβευτή, αήττητου, κύριου γης και θάλασσας Θεού θελήματι», δηλαδή του Μωάμεθ Β’ του Πορθητή, υποστήριζε ξεκάθαρα πως η συνεννόηση με του Τούρκους θα προλάβαινε μεγαλύτερες καταστροφές, γιατί ήταν αδύνατον η Δύση να οργανώσει νέα σταυροφορία.

Ο φανατικός εκείνος ορθόδοξος Γεννάδιος Σχολάριος - κατά τον Σλουμπερζέ – «μη έχον συνείδησιν του φοβερού υπό των Τούρκων κινδύνου … εβροντοφώνει αδιακόπως κατά τουνέου καθεστώτος (ενωτικού) … προλέγων δια μυστηριωδών προφητειών το τέλος της Αυτοκρατορίας υπό θείας οργής… ενώ οι στασιασταί των οδών, άντρες και γυναίκες, μοναχοί και ιερείς, καλογραίαι και λαϊκοί …δεν έπαυον αναφωνούντες «θάνατος εις τους αζυμίτας και της ειδωλολατρείας αυτών» … και επικαλούνταν την Θεοτόκο που θα έδιωχνε τους Τούρκους.
Οι καλόγεροι της Πόλης κατά τον χρονογράφο της Άλωσης Δούκα ήθελαν να ανοίξουν τις πύλες μια ώρα αρχύτερα για να επαληθευτούν … οι προφητείες.


Ο Γεννάδιος Σχολάριος είχε κλειστεί στη Μονή Παντοκράτορα που ήταν το αρχηγείο της ανθενωτικής παράταξης και προφήτευε την επικράτηση των Τούρκων, λόγω των αμαρτιών
των κατοίκων της.

Ο Γεννάδιος ως την μέρα που πάρθηκε η Πόλη δεν έπαψε να καλλιεργεί την ηττοπάθεια και κατά τον Αλλάτιο ήταν σε μυστικές συνεννοήσεις με το Σουλτάνο. Εν τω μεταξύ οι Τούρκοι και συγκεκριμένα ο μετέπειτα γνωστός περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή αναφέρει ότι πλήθος ανθενωτικοί και κυρίως καλόγεροι λιποτακτούσαν και πήγαιναν με τους Τούρκους. Από ένα νεόκτιστο οχυρό τόσκασε ένας καλόγερος ονόματι Πέτρος με άλλους 300, αλλαξοπίστησαν όλοι, αυτός ονομάστηκε Μεχμέτ και πήραν μέρος στην πολιορκία στο πλευρό των Τούρκων. Επίσης αναφέρει και ένα ύποπτο περιστατικό που ενδεχομένως να πρόκειται για σαμποτάζ των ανθενωτικών με έκρηξη σε κτήριο με εύφλεκτες ύλες στον Ιππόδρομο (σημειώνουμε ότι χρησιμοποιούνταν κάποια πρώτα και πρωτόγονα πυροβόλα όπλα τα χρόνια εκείνα).
Εν τω μεταξύ κατά τον Φραντζή όταν οι μισθοφόροι του Παλαιολόγου δεν πληρώνονταν καλά και δεν μπορούσαν να θρέψουν τις οικογένειές τους ζήτησε χρυσάφι και ασήμι από τις εκκλησίες για να κόψει νόμισμα, αλλά του το αρνήθηκαν. Όταν ζητούσε στρατιώτες από τους υπηκόους του, παραποιούνταν ότι «δεν αδειάζουν, γιατί έχουν δουλείες και πρέπει να βγάλουν το ψωμί τους». Τότε διάταξε να μοιράζουν τρόφιμα στα σπίτια, βέβαια οι μαυραγορίτες έκρυβαν πολλά τρόφιμα
Πολλοί αδιαφορούσαν μπροστά στον κίνδυνο της σφαγής τους από τους Τούρκους και πρόσεχαν πως να μην ζημιωθούν οικονομικά και ζητούσαν επιπλέον και μισθούς για την εργασία τους στα τείχη.
Δύο απατεώνες της εποχής (Μανουήλ Ιάγαρης και μοναχός Νεόφυτος ο Ρόδιος) που τους ζητήθηκε να επισκευάσουν μέρος των κάστρων που καταστράφηκε από τα τούρκικα κανόνια έκλεψαν τα χρήματα
Ο Παλαιολόγος παρακαλούσε για εισφορές αλλά όλοι οι άρχοντες δυστυχούσαν δήθεν και δεν έδιναν δεκάρα, βέβαια μετά την 3 ημερη λεηλασία  τα βρήκαν και  τα πήραν οι Τούρκοι.
Ο ισχυρότερος ηγεμόνας της Δύσης την εποχή εκείνη, βασιλιάς Αραγονίας και Νεάπολης, Αλφόνσος Δ’ δεν κινήθηκε σε βοήθεια του Παλαιολόγου. Οι Γενοβέζοι της Χίου έστειλαν τον γενναίο πολεμιστή Ιωάννη Ιουστινιάνη. Οι Βενετσιάνοι της Κρήτης 4 πλοία με εφόδια, ενώ έμειναν να πολεμήσουν και Λατίνοι που βρέθηκαν στην Πόλη εκείνες τις στιγμές. Κάποια πλοία έστειλε και ο Πάπας. Συνολικά τρεις χιλιάδες ξένοι έσπευσαν για βοήθεια, ενώ πέντε χιλιάδες ήταν οι ντόπιοι πολεμιστές.Η πόλη είχε τότε 60-100,000 κατοίκους συν 300 μοναστήρια με 10,000 καλόγερους, που θα μπορούσαν να δώσουν τουλάχιστον 10,000 πολεμιστές, αλλά υπήρχε μικρή διάθεση, αφού ήταν στην πλειοψηφία τους ανθενωτικοί. Ο Παλαιολόγος αφού πείστηκε ότι δεν θα ερχόταν άλλη βοήθεια από τη Δύση, διόρισε αρχιστράτηγο τον Ιουστινιάνη και στις σημαντικότερες θέσεις άμυνας έβαλε ξένους επικεφαλής (λιμενάρχη και ναύαρχο όρισε τον Βενετό Διέδο, φρούραρχους στα 10 από τα 12 φρούρια του τείχους, η σημαία του Αγίου Μάρκου
κυμάτιζε δίπλα-δίπλα με το πορφυρό αυτοκρατορικό λάβαρο κλπ), αφού δεν είχε εμπιστοσύνη στους ντόπιους άρχοντες. Ο λαός της Πόλης οδηγούμενος από τους ποιμενάρχες του τον έβριζε δημόσια για το «ανοσιούργημα της ένωσης» και απέφευγε την Αγιά Σοφιά που έλαβε χώρα συλλείτουργο με τους Λατίνους. Για τους ανθενωτικούς ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ήταν προδότης. Η Πόλη ήταν στα πρόθυρα εμφυλίου πολέμου μεταξύ ενωτικών και ανθενωτικών που αν δεν προέκυπταν οι Τούρκοι πιθανότατα θα ξεσπούσε. Οι άρχοντες δεν άνοιγαν τα πουγκιά τους για τις επισκευές των τειχών, ενώ οι ανθενωτικοί τον αντιπολιτεύονταν με φανατισμό. Ο Κωνσταντίνος ήταν γενναίος και
έμπειρος στρατιωτικός αλλά στερούνταν συμβούλων και στρατού. Επίσης πίστευε απλοϊκά ότι θα είχε την αμέριστη βοήθεια των Λατίνων και έμενε σε αυτό, αντί να συμπτύξει συμμαχίες με τους άλλους Βαλκάνιους που πιέζονταν και αυτοί από τους Οθωμανούς. Οι οχυρώσεις της Πόλης ήταν γερές και υπήρχαν και διπλά τείχη σε πολλά σημεία, αλλά η επάνδρωση και το ηθικό των πολεμιστών ήταν χαμηλό. Επίσης εντός των τειχών τότε υπήρχαν καλλιεργήσιμες εκτάσεις, αμπέλια κλπ οι αγρότες έκαναν με ασφάλεια τις εργασίες τους, είχε δύο τεράστιους ναυστάθμους και μεγάλες ανοικτές δεξαμενές, δηλαδή θεωρητικά μπορούσε να αντέξει μακροχρόνια πολιορκία.
Δεν έφθαναν οι διαμάχες των δύο φατριών των Βυζαντινών, υπήρχαν και ανάλογες μεταξύ των αυτοδιοικούμενων παροικιών των Βενετών και των Γενουατών της Πόλης. Οι Βενετοί υπήρξαν τίμιοι και υποστήριξαν μέχρι τέλους τον Παλαιολόγο. Αντίθετα η Γενοβέζικη παροικία του Γαλατά έπαιξε ύποπτο ρόλο. Προδίδοντας απόπειρα του Βενετού καπετάνιου
Ιάκωβου Κόκκου να κάψει τον τουρκικό στόλο στον Κεράτιο και γενικά έχοντας
επικοινωνία με τους Τούρκους και καιροσκοπική στάση εμπορευόμενοι κιόλας την μέρα με τους Τούρκου. Ο φρούραρχος της Πόλης Ιουστινιάνης, αντιμετωπίζοντας κίνδυνο από ρωγμές κοντά στην πύλη του Ρωμανού ζήτησε από τον δούκα Νοταρά ενισχύσεις και συγκεκριμένα πυροβόλα,
για να κρατήσει τους Τούρκους. Αυτός όμως αρνιόταν πεισματικά να του στείλει βοήθεια.
Κατά τους Λατίνους χρονογράφους του Ιουστινιάνη του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι και τον έβρισε “O traditor et che me tien che adesso non te scanna cum questo pugnal”, που σημαίνει «Προδότη, τι με κρατά και δεν σε σφάζω με αυτό το μαχαίρι». Αρπάχτηκαν και μετά βίας τους χώρισε ο Παλαιολόγος. Για τους ανθενωτικούς φαίνεται ότι ο Ιουστινιάνης που ήταν η ψυχή της άμυνας της Πόλης, ήταν ο σημαντικότερος αντίπαλος στα σχέδιά τους.
Διαπραγματεύσεις…

Παραλείποντας τα γνωστά γεγονότα της πολιορκίας φτάνουμε στο κύριο θέμα. Το ηθικό της Πόλης με όλες τις γνωστές διαμάχες είχε καταρρακωθεί αλλά ακόμα κρατούσαν άμυνα.
Την ημέρα αυτήν ιστορείται μια προσπάθεια διαπραγμάτευσης πολιορκητών και πολιορκούμενων.
Κατά τον Χαλκοκονδύλη ήρθε πρεσβεία από του Τούρκους, ενώ ο Δούκας λέει ότι ο απελπισμένος Βασιλιάς έστειλε πρεσβεία στο Σουλτάνο. Αρχηγός της πρεσβείας ήταν ο Ισμαήλ Χαμουζάς Ισφενδιάρογλους και πρότεινε κατά Χαλκοκονδύλη την παράδοση της Πόλης με αντάλλαγμα την ανεξαρτησία της Πελοποννήσου με ηγεμόνα τον Παλαιολόγο που μπορούσε να φύγει μαζί με όσους ήθελε. Ο Δούκας δεν αναφέρει τέτοια πρόταση, αλλά μόνο για την παράδοση και δίνει και το γνωστό λόγο-απάντηση του Παλαιολόγου προς τον Μωάμεθ Β’.

Τραυματισμός Ιουστινιάνη

Σημαντικό γεγονός των τελευταίων ημερών της πόλης ήταν ο βαρύτατος τραυματισμός του Ιουστινιάνη που αποσύρθηκε από τη μάχη με μεγάλη αιμορραγία. Το τραύμα του κατά τους ιστορικούς ήταν από βέλος ή πέτρα κανονιού στο στήθος ή το πόδι. Σημασία έχει ότι αποσύρθηκε στο πλοίο του μαζί με τους δικούς του και απέπλευσαν για την πατρίδα του Χίο. Οι περισσότεροι χρονογράφοι τον κατηγορούν ότι λιποτάκτισε και έγινε η αιτία να χαθεί η Πόλη. Ειδικά η Βενετσιάνοι τον συκοφάντησαν σαν προδότη, λόγω και της απέχθειας για τους ανταγωνιστές τους Γενουάτες. Πάντως είναι γεγονός ότι τραυματίστηκε σοβαρά, αφού πέθανε άλλωστε μετά από λίγες μέρες. Ο Ιέραξ που είχε υπόψη τα αρχεία των Πατριαρχείων αναφέρει ότι ο Ιουστινιάνης βλήθηκε εκ των έσω, δηλαδή τον χτύπησε μάλλον κάποιος ανθενωτικός.

Το τελευταίο συμβούλιο

Ο φυγή του Ιουστινιάνη στεναχώρησε τον Παλαιολόγο και κλόνισε το ηθικό των
υπερασπιστών της Πόλης. Οι Γενοβέζοι και άλλοι ξένοι πολεμιστές άρχισαν να αφήνουν τις θέσεις τους και να σκέφτονται πώς να διαφύγουν. Κατά τις μη ορθόδοξες πηγές προκύπτει ότι έγινε κάποιου είδους συμβούλιο (αναφέρεται και ότι ο Κωνσταντίνος λιποθύμησε κατά τη διάρκειά του) στο στρατόπεδο των υπερασπιστών της Πόλης και φαίνεται ότι πάρθηκε η απόφαση να παραδοθεί η Πόλη στον Μωάμεθ. Οι χρονογράφοι δεν αναφέρουν λέξη για παράδοση, όμως τα τουρκικά και πατριαρχικά έγγραφα συμφωνούν ότι η Πόλη παραδόθηκε. Ο Κριτόβουλος αναφέρει ότι στις 28 Μαΐου επικρατούσε απόλυτη ησυχία στο τουρκικό στρατόπεδο και ούτε ίχνος προετοιμασιών, πράγμα που δείχνει ότι ήταν σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις. Ο Δούκας αναφέρει ότι η κατάσταση στην Πόλη χειροτέρευε και δεν υπήρχαν ελπίδες σωτηρίας.

Κερκόπορτα; Ενα μύθος που κρατά χρόνια για πολλούς λόγους....

Τελικά το πρωινό της 29ης Μαΐου όπως συμφωνούν όλοι έγινε η μεγάλη και τελική επίθεση των Τούρκων. Τα περί Κερκόπορτας από όπου μπήκαν οι Τούρκοι αναφέρονται μόνο από τον Δούκα, ότι δήθεν την άνοιξε ο αυτοκράτορας την προηγούμενη μέρα και ξέχασε μετά να την κλείσει! Ο Φραντζής αντίθετα τονίζει ότι όλες οι πύλες ήταν πολύ καλά
ασφαλισμένες. Ο Κριτόβουλος που περιγράφει τα γεγονότα από την πλευρά των Τούρκων και ξέρει τα πράγματα από πρώτο χέρι, μιλάει για λιποταξίες και ότι το κάστρο στην Πύλη Ρωμανού ήταν σχεδόν έρημο και αφύλακτο, γεγονός που αντιλήφθηκε και ο Μωάμεθ που έστελνε τις περισσότερες δυνάμεις του εκεί. Πράγμα λογικό αφού εκεί πολεμούσαν οι ιππότες του Ιουστινιάνη. Λέει επίσης πως και οι Τούρκοι έμπαιναν από το καταστρεμμένο τείχος και από την «πυλίδα Ιουστίνου»

Η πτώση-παράδοση

Οι τρεις δικοί μας ιστορικοί Φραντζής, Δούκας και Χαλκοκονδύλης όπως και οι Λατίνοι χρονογράφοι και αυτόπτες, δεν αναφέρουν τίποτε για παράδοση και ότι ο Κωνσταντίνος έπεσε πολεμώντας χωρίς να ξέρουν που σκοτώθηκε και τι απέγινε. Ο ήδη προσκυνημένος Κριτόβουλος αναφέρει για σφαγή και πολιορκία των τελευταίων υπερασπιστών στην Αγιά Σοφιά και παράδοσή τους με συμφωνία (ομολογία). Δεν λέει τίποτε για τον Κωνσταντίνο.
Από τις τουρκικές πηγές που μελέτησε ο Εβλιγιά Τσελεμπή αναφέρει ότι στην Πόλη μετά τις συνεχείς επιθέσεις παρέλυσε η άμυνα και απέμειναν δύο φατρίες αυτοί που επέμεναν στην μάχη και αυτοί που ήθελαν να παραδοθούν (ύψωναν τελικά σημαίες σε πύργους και σπίτια). Ο Κωνσταντίνος φαίνεται να αντέταξε την τελική μάχη στο Παλάτι των βυζαντινών αυτοκρατόρων και να έπεσε ανδρεία εκεί. Άμυνα αντιτάχθηκε στην Αγιά Σοφιά, που ως γνωστόν οι ανθενωτικοί την απέφευγαν μετά το μίασμα του συλλείτουργου με τους Λατίνους. Η άμυνα στην Αγιά Σοφιά κατέρρευσε μετά ηρωική αντίσταση τριών ημερονυχτίων με αποτέλεσμα την σφαγή και των υπερασπιστών της.
Ο Μολδαβός ιστορικός Δημήτριος Καντεμίρ (1673-1723) που έζησε πολλά χρόνια στην Τουρκία, χρημάτισε ηγεμόνας Μολδοβλαχίας, μελέτησε τα αρχεία τους και έγραψε ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που τυπώθηκε στο Αμβούργο το 1745 μεταφρασμένη.
Αυτός γράφει ότι «λογικά σκεπτόμενοι» οι υπερασπιστές έστειλαν πρεσβεία στον Μωάμεθ ο οποίος τους καλοδέχτηκε και τους υποσχέθηκε ασφάλεια να φύγουν για όπου ήθελαν.
Αυτός όμως έστειλε κατόπιν τους δικούς του αγγελιοφόρους, οι οποίοι χτυπήθηκαν από τα τείχη και ο Μωάμεθ νόμισε ότι ενεπαίχθηκε και διέταξε έφοδο. Καταλήφθηκε η μισή πόλη και οι υπόλοιποι είχαν σηκώσει λευκές σημαίες επικαλούμενοι τη συνθήκη. Ο Καντεμίρ ισχυρίζεται ότι η πηγή του είναι ένα φυλλάδιο του Τούρκου ιστορικού Ααλή, που έγραψε και Παγκόσμια Χρονολογία (Κουχούλ-Αχπάρ) που πρωτοδιάβασε στην Φιλιππούπολη και ότι το φυλλάδιο αυτό το ξαναβρήκε αργότερα στη βιβλιοθήκη του εξ απορρήτων Αλεξ. Μαυροκορδάτου (Αλλο Φαναριώτικο λαμόγιο)

Οι Τούρκοι αναφέρουν ότι στις 27 Μαΐου έγινε διαπραγμάτευση από την πλευρά της Πόλης, με λεπτομέρειες της παράδοσης από πού θα έμπαιναν οι Τούρκοι που θα έφευγαν όσοι ήθελαν κλπ ήταν γνωστές. Στη συνέχεια φαίνεται ότι ο Μωάμεθ άλλαξε γνώμη, πιθανόν για τους όρους, και έστειλε δική του πρεσβεία. Τότε μάλλον κατά τον Κορδάτο δεν έγινε όπως τα λέει ο Καντεμίρ, αλλά πιθανόν οι όροι ήταν βαρύτεροι και ατιμωτικοί και απορρίφθηκαν από τον Κωνσταντίνο. Οι ενωτικοί είχαν αρχίσει να συγκεντρώνονται στα ορισμένα σημεία (πύλη Ρωμανού, Αγιά Σοφία), οι συνθηκολογήσαντες ανθενωτικοί είχαν σηκώσει σημαίες και έβαλαν τα συμφωνημένα σημάδια στα σπίτια τους και ΕΜΕΙΝΑΝ ΝΑ ΚΟΙΜΗΘΟΥΝ ΗΣΥΧΟΙ κατά τον Δούκα.
Η άμυνα είχε καταρρεύσει όταν μαθεύτηκε το πρωί της 29ης ότι ο Κωνσταντίνος είχε αρνηθεί τελικά την εξευτελιστική συνθήκη, αλλά η εξουσία του Κωνσταντίνου είχε και αυτή καταρρεύσει. Οι ενωτικοί προσπαθούσαν να διαφύγουν και τότε κάποιοι άνοιξαν την Κερκόπορτα ή πυλίδα Ιουστίνου για να μπουν οι Τούρκοι. Αυτοί που πολεμούσαν ακόμα ή είχαν συγκεντρωθεί στο κάστρο του Αγίου Ρωμανού αναγκάστηκαν να παραδοθούν όταν βάλλονταν πια και από μέσα. Τότε άρχισε η σφαγή και η αιχμαλωσία των ενωτικών της Πόλης από τους Τούρκους, όσοι μπορούσαν μεταμφιέζονταν ή έτρεχαν προς τις γαλέρες των Βενετών και των Γενοβέζων για να διαφύγουν. Πολλοί από τους ενωτικούς άρχοντες κατόρθωσαν να σωθούν στις γαλέρες ή εξαγοραζόμενοι αργότερα ως αιχμάλωτοι.

Η τύχη του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου
Στο χάος που επακολούθησε φαίνεται ότι ο Κωνσταντίνος εγκαταλείφθηκε από τους περισσότερους δικούς του. Ο Φραντζής που ήταν στενός συνεργάτης του τόσκασε και προσπάθησε μεταμφιεζόμενος να δραπετεύσει, αλλά αιχμαλωτίστηκε μαζί με την
οικογένειά του. Πιθανόν και ο ίδιος ο Κωνσταντίνος να προσπάθησε να φύγει αφού για την τύχη του υπάρχουν πολλές αντικρουόμενες απόψεις. Μια πηγή λέει ότι ο Σουλτάνος ρώτησε τον Λουκά Νοταρά για την τύχη του Κωνσταντίνου και ότι αυτός του έφερε ένα ακέφαλο πτώμα το οποίο διέταξε να θάψουν. Άλλοι λένε πως δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον για την τύχη του. Άλλοι λένε ότι υπήρχαν παραδόσεις ότι πνίγηκε, ότι κρύβονταν ή ότι μπόρεσε να δραπετεύσει.

Η εκκλησία επιβεβαιώνει την παράδοση

Ότι έμεινε σαν θρύλος και αναφορά στα οθωμανικά αρχεία, επιβεβαιώνεται και από το  πατριαρχείο, αν και κρύβονται επιμελώς οι σχετικές πηγές Ο εκκλησιαστικός ιστορικός
Μαλαξός στην «Πατριαρχική Ιστορία» του αναφέρει ότι κατά την 2η πατριαρχεία (1532) του Ιερεμία του Α’ ο Σουλτάνος βάλθηκε να χαλάσει εκκλησίες και μοναστήρια της Πόλης.
Αιτιολογία του ήταν ότι η Πόλη πάρθηκε με το σπαθί, οπότε στα κάστρα που πατήθηκαν με μάχη οι εκκλησίες πρέπει να καταστρέφονται. Ο Πατριάρχης Ιερεμίας πήρε τριών μηνών προθεσμία να αποδείξει το αντίθετο. Αυτός βρήκε τρεις παλιούς γενίτσαρους μεγάλης ηλικίας που είχαν πολεμήσει τότε και απέδειξε στο σουλτάνο ότι η Πόλη παραδόθηκε με συνθήκη.
Βέβαια δεν πρέπει να πήγε ο ίδιος ο Κωνσταντίνος στην Τέντα του σουλτάν Μεχμέτη. Ο Αθανάσιος Υψηλάντης ιστορικός της πατριαρχικής ιστορίας διηγείται το ίδιο περιστατικό λίγο διαφορετικά. Επί πατριάρχη Θεολήπτου (1514-1520) ο σουλτάνος Σελίμ θέλησε να γκρεμίσει τις εκκλησίες και να αλλαξοπιστήσει τους χριστιανούς. Ο Πατριάρχης
επικαλέστηκε το Κοράνι για τη μεταχείριση των προσκυνημένων χριστιανών και τησυμφωνία παράδοσης του μισού της Πόλης.
Και ο εκκλησιαστικός ιστοριοδίφης Μακραίος επιβεβαιώνει την οικιοθελή παράδοση της μισής Πόλης από τους ανθενωτικούς στους Τούρκους.
Και ο γνωστός βυζαντινιστής Γεδεών που μεγάλωσε μέσα στο πατριαρχείο παραδέχεται ότι η Πόλη παραδόθηκε στους Τούρκους σε συνεννόηση με τους ανθενωτικούς, που τους χαρακτηρίζει μάλιστα και «μυαλωμένους Έλληνες» στο έργο του «Ιστορία των του Χριστού Πενήτων». Κατά τον χρονογράφο του Βερβερινού κώδικα οι Τούρκοι δεν πήραν την Πόλη αλλά την επεριλάβανε (από ποιους;).
Τι έλεγαν οι ανθενωτικοί

Για τους ανθενωτικούς ο Κωνσταντίνος ήταν ο προδότης και ουσιαστικά θεωρούταν ότι είχε χάσει το στέμμα. Ήταν δηλαδή «γεγυμνωμένος της βασιλείας», ως συνεργαζόμενος με τους Παπικούς. Σε θρήνο της Κωνσταντινουπόλεως σε Παρισινό κώδικα, βάζουν στο στόμα του ήρωα τελευταίου αυτοκράτορα λόγια για δήθεν αναγνώριση των αμαρτιών του και δίκαιη η καταδίκη της Πόλης και σκλαβιά λόγω της θεϊκής οργής από την αναγνώριση των δογμάτων των καθολικών!

Κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας η ίδια άποψη αποδίδεται στον πατριάρχη Καλλίνικο Γ’.
Νεότερες επιβεβαιώσεις της παράδοσης της Πόλης

Ο τουρκιστής Ι. Χότζης «παλατιανός και φίλος» του σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ από τις έρευνές του στα οθωμανικά αρχεία έβγαλε το οριστικό συμπέρασμα ότι η Πόλη
παραδόθηκε στους Τούρκους από τους ανθενωτικούς. Μάλιστα ο Χότζης λόγω τέτοιου είδους άγνωστων στοιχείων για τον ελληνισμό κατά της διάρκειας της τουρκοκρατίας έχει εξαφανιστεί από το κατεστημένο της βυζαντινολογίας. Το σπουδαιότατο αρχείο που άφησε έχει καταχωνιασθεί στα αζήτητα ή εξαφανίστηκε, ενώ όπως λέει ο Κορδάτος τα παιδιά του σιωπούσαν για την τύχη του. Ο Άμαντος λέει ότι το «αρχείο του σώθηκε εις Αθήνας».
Όμως ο Κορδάτος κατηγορεί τον Άμαντο και τους ομόφρονές του ότι αφού πέρασαν πάνω από τριάντα χρόνια (τότε, σχεδόν 100 τώρα) από τον θάνατο του Χότζη δεν το έφεραν στο φως της δημοσιότητας.
Ο γνωστός ιστορικός Καρολίδης αναφέρεται στην εισήγηση του Χότζη, θεωρώντας την ιστόρημα όμοιο με του Καντεμίρ.
Μπορεί να μην πείστηκε ο Καρολίδης, αλλά άλλος καθηγητής της Νομικής του
Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Πετρ. Βιζουκίδης φαίνεται να είχε πειστεί από τα
συμπεράσματα του Χότζη. Τον Βιζουκίδη που φαίνεται ότι ήταν αρκετά γνωστός στην εποχή του, τον χαρακτηρίζει ο Κορδάτος «για γνωστό και φανατικό υπερεθνικόφρονα»,οπότε η άποψη του έχει μεγαλύτερη βαρύτητα.
Άλλος μελετητής των οθωμανικών πηγών ο γερμανός J. H. Mordmann δημοσίευσε άρθρο το 1912 που επιβεβαιώνει την άποψη Καντεμίρ. 
Πάντως η κρατούσα άποψη για την άλωση και όχι παράδοση της Πόλης διατηρείται ακόμα.
Γιατί δεν αναφέρουν την προδοσία ξεκάθαρα οι χρονογράφοι
Εκτός του Κριτόβουλου, όλοι άνηκαν στο κόμμα των ενωτικών, ακόμα και ο Φραντζής ως υποστηρικτής του Κωνσταντίνου αν και δεν ήταν ακραιφνής «φιλοδυτικός». Για τους ανθενωτικούς μιλούν με τα χειρότερα λόγια, με περιφρόνηση και τους αποκαλούν δειλούς,απάτριδες και προδότες. Για τον Παλαιολόγο και την ενδεχόμενη απόπειρα συνθηκολόγησης δεν αποκαλύπτουν κάτι, από σεβασμό για τον ήρωα αφού τελικά απέρριψε την συμφωνία και πολέμησε μέχρι τέλους. Επίσης είχαν κατά νου και την κατακραυγή του κόσμου. Πάντως ο Κορδάτος το παρατραβάει θεωρώντας ότι ο ίδιος ο Κωνσταντίνος παρέδωσε την Πόλη. Για τον Κριτόβουλο δεν χωράει αμφιβολία ότι ήταν ένας ψευδολόγος κόλακας του Μωάμεθ που μας τον παρέδωσε μεγάλο στρατηλάτη και πορθητή. Συνεπώς δεν περιμένει κανείς ο, κατά Κορδάτο, «σιχαμερός κόλακας,
νεογραικύλος, γραμματικός του σουλτάνου» να μειώσει τα κατορθώματα του ήρωα του.
Βέβαια οι ίδιοι Οθωμανοί στα κιτάπια τους φαίνεται ότι ίσως έγραφαν άλλα, μιας και ενδεχομένως δεν περίμεναν να γνωρίσουν ποτέ μεγάλη δημοσιότητα.

Ετικέτες